Πέμπτη, Μαΐου 05, 2016

Παρολο που, Παρολα που


Θες να σου πω για ρυτιδες που τρεχουν τρελες στην κατηφορα, οπως νοσταλγεις μεσανυχτα ενα τριτο χερι να σφιξεις αναμεσα στα δικα σου. Για αγριες χαρες μεσα σου σαν κραυγες (παντα βουβα πνιγμενες στο ιδιο τους το αιμα). Σαν να παιζεις καθε βδομαδα ΠΡΟΠΟ και να χανεις παντα τα στανταρ. Θυμασαι; Φτασαμε βραδυ, οπως παντα εχανα τους δρομους αλλα αρνιομουν να ρωτησω. Θες να σου πω για φωνες, λεξεις ξεχασμενες, χαρες γεματες εκδοχα σκοταδια, καλοκαιρια, βολτες με το αμαξι σε χωματοδρομους, πευκα να γερνουν πανω στις θαλασσες, για πανικους ανεξηγητους κατω απ το πουκαμισο. Πες μου ποια εισαι και γιατι σου γραφω συνεχεια. Η μυρωδια της μελανης μου σπαει τη μυτη, κουραστηκα να σβηνω και να τσαλακωνω σελιδες. Οι αναμνησεις σαν τηλεφωνημα τα μεσανυχτα, κομματιαζουν τον υπνο, ποτε δεν ειναι για καλο. Το θεo μου δεν εχω ιδεα γιατι το κανω αυτο. Μπερδευω τοπους, ονοματα, πτωσεις και χρονους. Ισως ειναι ασκοπο να σου γραφω πραγματα που δεν θα διαβασεις ποτε, τετοιες νυχτες σαν ξεχασμενο πενταευρο στις τσεπες του μπουφαν. Τι να σου γραψω, πως ν αρχισω; τα λογια αερας και φευγουν. Πηραμε την ανηφορα της παλαιων πατρων απεναντι το παγκακι βαμμενο κοκκινο, σαν το χαμογελο σου, σαν συνθημα γραμμενο σε τοιχο, θα κοιμηθεις εδω αποψε;

Θες να σου πω για ενα σημειωμα που σου βαλα στο χερι, στην αντιγονιδων, σημειωμα σκορπιος πολτος, τα γραμματα μελισσες να δραπετευουν, να το φανταζομαι παρα να το γραφω, "βαλε με στο παιχνιδι". Μαυρα ματια, μαυρα φρυδια, κατσαρα μαυρα μαλλια, μεχρι τους αγερωχους ωμους, το στομα φωτια, τα στηθια ορθια αμμουδιες ηλιολουστες, φορουσες φουστα, μωβ καλτσες κοντες και ελβιελες, το μικροσκοπικο εσωρουχο κοκκινη εξεγερση. Να λεω σαχλαμαρες απ το μυαλο μου, εσυ να γελας και να μου ταρακουνας το σσυμπαν, να μ αγκαλιαζεις, να με φιλας, να πινουμε με ενα ποτηρι. Στεγνωνε το στομα μου οταν με κοιτουσες. Πες μου ποια είσαι και γιατι σου γραφω συνεχεια. Θες να σου πω για βροχη που εχει τη μυρωδια των μαλλιων σου και δυναμωνει σαν απελπισμενος ερωτας. Θες να σου περιγραψω πως εσκυψα και σε φιλησα λες και μπορουσα ετσι να κρυφτω, κι η θαλασσα ερημος που βαφτηκε γαλαζια. Μονο τα δαχτυλα μου σε ξερουν. Το θεo μου δεν εχω ιδεα γιατι το κανω αυτο. Τι να σου γραψω, πως ν αρχισω; Το φιλι του πατερα, αιμα στο μαγουλο, γυρναω σπιτι ο υπολογιστης αναμμενος, καθομαι να γραψω μια ιστορια αγαπης. Κρυψωνες για μπασταρδες λεξεις, αλλεπαλληλες στρωσεις να κρυφτει η αληθεια, αλλα φυλακισμενος στα στεγανα της αφηγησης ξεγελιεμαι. Τα δικα μου ακρα στις δαγκανες και τα ματωμενα δογκανα και οι λαθροθηρες με τα σκυλια τους πλησιαζουν. Πιξελ στη βροχη, ξεβαμμενα δαση. 

Ξερω γιατι ηρθες εδω, ξερω γιατι ερχεσαι παντα νυχτες σαν κι αυτη. Θελεις ιστοριες ασπρομαυρες θολες σαν φιλμ νουαρ. Eχω πολλες τετοιες να σου πω. Ελα παραδεξου το, θελεις κι εσυ το b-movie σου. Δειξε μου ομως το αληθινο σου προσωπο, κι ας ειναι κατι που μονο εσυ καταλαβαινεις. Πες μου που σκατα εισαι τελοσπαντων και γιατι δεν ερχεσαι.

2 σχόλια :

Ανώνυμος είπε...

το δίκοπο μαχαίρι της ανάμνησης...
Είναι πηγαίο και όμορφο σαν εξομολόγηση

moN_kouL είπε...

https://youtu.be/O_meq3py6AQ