Κυριακή, Ιουνίου 24, 2012

Κι Αυτο Ειναι Μια Αλλη Ιστορια



στη Βενιζελου ενα μεσημερι.

Καταλαβες τι εγινε τωρα? Εγω οχι. Σε ειδα. Μετα απο ουτε που θυμαμαι ποσο καιρο, δε θελω να μετραω. Περπαταγα στη Βενιζελου και ενω κοιταζα τα αυτοκινητα και σκεφτομουν σε ποιο σημειο ακριβως να περασω απεναντι, ενιωθα να περναω μεσα σε αυτη την πολη + σ αυτη τη μερα απαρατηρητος. Ή, μαλλον, δεν ενιωθα τίποτα. Κι επεσα πανω σου. αλλη φορα θα πηγαινω απο Ερυθρου. Φοραγες εκεινα τα γυαλια με τον παραξενο σκελετο, ειχες φρατζες που επεφταν στα ματια σου, ειχες παχυνει κιολας, ησουν λιγο κουρασμενη, ε? εκανες ο,τι μπορουσες για να μη με γοητευσεις. Τί σου πα, γιατι στα πα ολα αυτα, τι ελεγα, και τα μαλλια μου ηταν χαλια ρε γαμωτο. Οχι, δεν θα βγω το βραδυ, οχι, το σαββατοκυριακο δεν περασα ουτε καλα ουτε ασχημα, δεν θυμαμαι καν πώς περασα, οχι γενικα οχι, δεν ξερω τί κανει ο Χαρης + η Κατερινα, δε με νοιαζει. Τιποτα. Δεν με νοιαζει τιποτα. Ουτε εσυ ξερω αν με νοιαζεις πια.

Απλα ελα. ελα και θυμησε μου πώς ειναι να αγοραζεις εκεινη τη μπλουζα για να της αρεσεις, να βλεπεις πραγματα για να της τα διηγηθεις, να την  ξυπνας καθε πρωι, να γυρνας ξαφνικα και την βλεπεις να σε κοιταει, κι ολα να ναι κανονικα. Θυμησε μου πώς ειναι να κανω σχεδια για το πού θα φαμε το βραδυ και μαζι για το πού θα μενουμε στα εβδομηντα μας, πώς ειναι να ειμαι διπλα σου ηρεμα και μαζι βιαια. Θυμησε μου πώς ειναι να περπαταω στη Βενιζελου και να σημαινει κατι παραπανω απο το οτι περπαταω στη Βενιζελοου. Πώς ειναι να κουβαλαω μεσα μου κατι ασημαντο που καποιος το αναζηταει ενω καπου αλλου περπαταει. ελα. ελα και σωσε με. Ή ας με σωσει καποιος.

Απο πισω σου ο κυριος που χει το ψιλικατζιδικο μας κοιταγε ολη την ωρα και καπνιζε κατι στριφτα. οταν γυρισε να κοιταξει την ξανθια με το σορτσακι που περναγε, αποχαιρετιστηκαμε. Ανεκφραστα, χαζα, μια αχρωμη παρενθεση 6 λεπτων που θα μπορουσε να μην ειχε ανοιξει σε αυτη τη μερα και σε αυτην την πολη. Διεσχισα μηχανικα το δρομο και δεν αναψα καν τσιγαρο. Πηρα τηλεφωνο τον Χρηστο να τον ρωτησω τι εγινε τελικα με εκεινες τις μελετες. ωσπου εφτασα στον Κηπο.

5 σχόλια :

Άλις είπε...

θα σου πω- που το ξερεις ηδη- πως μονος του σωζεται κανεις.απο οτι. κι οι αλλοι το πολυ πολυ κανα σωσιβιο να σου περασουν , αλλα για ποσο.

moN_kouL είπε...

η χαρα για να υπαρξει χρειαζεται τουλαχιστον αλλον ενα
http://monkoulslullaby.blogspot.gr/2009/06/blog-post.html

Ανώνυμος είπε...

Κατάλαβες τί έγινε τώρα; (....)

Μυρτώ Ρελίδη

moN_kouL είπε...

ναι
τσαλακωμενα σεντονια,
τί σκεφτομουν ακινητος;
ειμαι σιγουρος πως θελω να τα νιωθω ολα;
ενα τηλεφωνο σιωπηλο,
κλεινω τα ματια κατω απ το καυτο νερο,
βουρτσιζομαι για ωρες,
τί θελω να σβησω απο πανω μου;
δεν θελεις να μαθεις ,
κανεις μας δεν θελει να ξερει,
το μυαλο μας εχει ασφαλειες -πεφτει στις επικινδυνες ερωτησεις,
μεχρι και οσα αγαπαγα
σιγα σιγα βαρυναν
σαν να αλλαξαν υλικο
και ειναι πια ασηκωτα.
μου λενε ν αγαπαω τον εαυτο μου και μενω για ωρες απορημενος.

ελία βεβία είπε...

αυτές οι τυχαίες συναντήσεις με τις αναμνήσεις μας..